Μνημόνιο αμοιβαίας συνεννόησης (MOU) για τη συγχώνευσή τους υπέγραψαν η Παγκρήτια Τράπεζα και η Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων, έπειτα από απόφαση των διοικητικών συμβουλίων των δύο τραπεζών.

 Με βάση την ανακοίνωση που εξέδωσαν χθες οι δύο τράπεζες, «πριν από την τυπική ολοκλήρωση της συγχώνευσης θα λάβει χώρα αύξηση κεφαλαίου», ενώ η συγχώνευση θα πραγματοποιηθεί «με βάση την καθαρή θέση της κάθε τράπεζας και αφού πρώτα υλοποιηθεί ο απαιτούμενος οικονομικός και νομικός έλεγχος και εγκριθούν οι διαδικασίες από τις γενικές συνελεύσεις των δύο τραπεζών και τις εποπτικές αρχές».

Τα δύο μέρη δεν έχουν δώσει περαιτέρω πληροφορίες για το ύψος της προγραμματισμένης αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, το οποίο θα προκύψει με βάση και τις ανάγκες για τη σταδιακή εξυγίανση των ισολογισμών των δύο τραπεζών που βαρύνονται με υψηλά επίπεδα κόκκινων δανείων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Παγκρήτια, που θεωρείται ότι θα είναι και η απορροφώσα, καθώς είναι  αυτή που διαθέτει πανελλαδική εμβέλεια, έχει ανακοινώσει ήδη ότι προτίθεται να προχωρήσει σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 100 εκατ. ευρώ, καθώς και σε τιτλοποίηση δανείων για την εξυγίανση του ισολογισμού της.

Το ύψος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs) με βάση τα στοιχεία ισολογισμού του 2020 ανέρχεται σε 974,2 εκατ. ευρώ σε σύνολο χαρτοφυλακίου 1,6 δισ. ευρώ, ενώ και ο αντίστοιχος δείκτης ανήλθε την ίδια περίοδο περίπου στο 62%. Τα ίδια κεφάλαια της τράπεζας διαμορφώθηκαν στα τέλη του 2020 στα 79,9 εκατ. ευρώ και ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας διαμορφώθηκε σε 11,03%, δημιουργώντας –σύμφωνα με τις σχετικές ανακοινώσεις– πλεόνασμα κεφαλαίου 12,8 εκατ. ευρώ έναντι του ελάχιστου κεφαλαιακού δείκτη 10,09%, προσαρμοσμένου ωστόσο βάσει των έκτακτων συνθηκών που έχουν δημιουργηθεί λόγω της πανδημίας. Οπως ωστόσο σημειώνεται στις οικονομικές καταστάσεις της τράπεζας, «το περιορισμένο κεφαλαιακό της πλεόνασμα και το γεγονός ότι η λειτουργική της κερδοφορία δεν παρέχει επαρκές περιθώριο για την απορρόφηση αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών που ενδεχομένως να αυξηθούν λόγω της  πανδημικής κρίσης και των ενεργειών της διοίκησης για τη μείωση του αποθέματος μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPΕs)», καθιστά τη «σκοπούμενη αύξηση αναγκαία για τη διατήρηση της κεφαλαιακής της επάρκειας στο μέλλον».

Από την πλευρά της η Τράπεζα Χανίων, που είναι κατά πολύ μικρότερη σε σχέση με την Παγκρήτια, βαρύνεται επίσης με υψηλά κόκκινα δάνεια ύψους 210 εκατ. ευρώ σε σύνολο χαρτοφυλακίου 477,3 εκατ. ευρώ, με βάση τα στοιχεία του 2020. Ο δείκτης NPE διαμορφώνεται περίπου στο 44% και ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας διαμορφώθηκε σε 14,5%.

Η τράπεζα, με βάση όσα αναφέρονται στις οικονομικές καταστάσεις, στοχεύει σε μείωση του δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο 21% το 2022 και το 16% το 2023.

thessaliaeconomy.gr